θεμελιούχος

θεμελιοῡχος, -ον (Α)
1. (επίθ. τού Ποσειδώνος) αυτός που κρατά τα θεμέλια
2. (για λίθο) ο θεμέλιος λίθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεμέλιο + -ούχος (< έχω), πρβλ. προνομι-ούχος, σακχαρ-ούχος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θεμελιοῦχος — upholding the foundations masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεμελιοῦχον — θεμελιοῦχος upholding the foundations masc/fem acc sg θεμελιοῦχος upholding the foundations neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Themelivchvs — THEMELI ÉCHVS, i, Gr. Θεμελιοῦχος, ου, ein Beynamen des Neptuns. Phurnut. de N.D. c. 22. Er hat solchen von θεμέλιον, Grund, und ἔχειν, haben, weil er den Grund der Erde enthält. Es waren ihm daher auch die Gründe der Dinge gewiedmet. Serv. ad… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • -ούχος — (ΑΜ οῡχος) μορφή στην οποία απαντά το ρ. έχω ως β συνθετικό < οοχος με συναίρεση από ονόματα με θεμ. φωνήεν ο (πρβλ. τροπαι ούχος < τρόπαιον, κληρ ούχος < κλήρος, γαλακτ ούχος < γάλα, ακτος). Τα σύνθ. σε ούχος σημαίνουν τον κάτοχο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.